Δημοτική Κίνηση «Το Λιμάνι της Αγωνίας - Πειραιάς, η πόλη μας»

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Η εν μέρει πραγμάτωση της δημοτικής αρχής Πειραιά ή ένας κηρυγμένος πόλεμος*

Το σε ποιο φάσμα συμπεριφορών κινείται κανείς στη διάρκεια ενός δημοτικού
συμβουλίου, φαίνεται πως είναι αποτέλεσμα μίας ακόμα συνθήκης, πέρα από την
ταύτιση με ιδέες, απόψεις και πρακτικές για την άσκηση τοπικής-αυτοδιοικητικής
πολιτικής. Πρόκειται για ένα σύστημα προσωπικό, δομημένο με χαρακτηριστικά,
ανάγκες και προτεραιότητες που χρειάστηκαν λίγα πρώτα χρόνια ζωής, όπως για
όλους φυσικά, αλλά και μια ζωή βήμα-βήμα, επιλογή την επιλογή για να
αποκρυσταλλωθεί.
Στον Πειραιά, η επιβεβαίωση της συνθήκης του «προσωπικού» επαναλαμβάνεται
με «μαθηματική ευλάβεια». Είναι βεβαίως αφελές αλλά και πολιτικά
ανεπιβεβαίωτο να προσδοκά κανείς την αυτοτέλεια της αυτοδιοικητικής
λειτουργίας από άλλα πεδία διεξαγωγής της κοινωνικής (πολιτικής) διαδικασίας.
Έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για την κατίσχυση κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών,
εμπεδωμένων σε ανάλογες νομικές θεσπίσεις. Όμως «το προσωπικό φαινόμενο»
μπορεί κατά περίπτωση να ανάγεται στην επιτομή της αντιδημοκρατικής και
επιβλαβούς διαχείρισης της θέσης ευθύνης που έχει αναλάβει κάποιος, με σκοπό
να προάγει το τοπικό ζήτημα. Γι’ αυτό, το ζητούμενο της αυτοτέλειας από την
προσωπική συνθήκη καθίσταται πρόκριμα.
Ιδού αμέσως τι εννοώ μέσω μερικών απτών παραδειγμάτων, προς αποφυγή
παρερμηνειών.
Παράδειγμα 1ο: είναι ή δεν είναι προσωπικό -ως μη όφειλε- το να αναλάβει ο
Δήμαρχος της πόλης την προσωρινή -έστω- προεδρεία της Π.Α.Ε. Ολυμπιακός, μετά
την αποχώρηση απ’ αυτήν του προέδρου της, Βαγγέλη Μαρινάκη, λόγω -δυστυχώς-
του ελέγχου του από τη Δικαιοσύνη; Είναι. Ο Δήμαρχος έχει δεσμούς γνωστούς και
θεμιτούς με τον πρόεδρο, έχει επίσης κοινή πορεία και ζωή μαζί του, συνεργασία
χρόνων και θέλει να σταθεί δίπλα του. Ανθρώπινο, κατανοητό. Όμως, επιτρέπεται
μία προσωπική ανάγκη και συμπεριφορά να αγνοεί το θεσμικό και κοινωνικό ρόλο
του Δημάρχου; Δεν παρακάμπτει ο Δήμαρχος αυτό το ρόλο του όταν ο ίδιος θα έχει
ταυτιστεί με το κακό αποτέλεσμα, σε περίπτωση που τα πράγματα -ο μη γένοιτο-
δεν πάνε καλά για τον πρόεδρο με τη Δικαιοσύνη; Δεν είναι ο Γιάννης Μώραλης
που θα έχει ταυτιστεί με αυτό αλλά ο Δήμαρχος της πόλης. Πώς αντιμετωπίζεται
εδώ η πρόκληση της αυτοτέλειας από προσωπικές επιλογές;
Παράδειγμα 2ο: είναι ή δεν είναι υποχρέωση του Δημάρχου να ακούει την πόλη
του, μέσω των εκπροσώπων της, των φορέων της, των τοπικών της κοινοτήτων;
Είναι ή δεν είναι υποχρέωση του Δημάρχου να δημιουργεί ή και να πολλαπλασιάζει
τους όρους για αξιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων δυνατοτήτων -νόμιμων ή
κοινωνικά δικαιωμένων-, ώστε να διαβουλεύεται, να συμμετέχει, να διεκδικεί;
Πόσο μάλλον όταν το θέμα είναι μεγάλης σημασίας, όπως αυτή του αναπτυξιακού
προγράμματος της Ο.Λ.Π. Α.Ε. (master plan), ενός προγράμματος που σε κάθε
περίπτωση θα επηρεάσει την οικονομική και κοινωνική λειτουργία της πόλης καθώς
και τη φυσιογνωμία της για πολλά-πολλά χρόνια στο μέλλον. Έχει δικαίωμα ο
Δήμαρχος να απεμπολεί δυνατότητες διεκδίκησης ή να τις συμψηφίζει, όπως
ισχυρίστηκε, με διεκδικήσεις από την κυβέρνηση; Να διεκδικήσει αλλά αυτοτελώς,
υπάρχουν ζητήματα ισοδύναμα που δεν επιδέχονται συμψηφισμούς. Να βάλει στο
«παιχνίδι» όλο το δημοτικό συμβούλιο και να μας έχει αρωγούς εκεί που
οφείλουμε όλοι. Τι χροιά έχει εδώ το επιλέγω χωρίς προηγουμένως να μετρήσω τις
συνέπειες της απώλειας θεσμοθετημένων διαδικασιών; Προσωποκρατική -ως μη
όφειλε-, πιστεύω.
Ωστόσο, ομολογουμένως, η στάση του Δημάρχου διαφοροποιήθηκε. Με
ευχαρίστηση βλέπουμε -στη συγκεκριμένη περίπτωση- να υποχωρεί η
«προσωποκρατική πτυχή του» προς όφελος της πόλης αφού πρόσφατα οργάνωσε
διαβούλευση με τους φορείς της πόλης σχετικά με το master plan. Μένει να
εξαντλήσει κάθε πρόσφορο, θεσμικό και δημοκρατικό μέσο που αφορά στη
διαβούλευση καθώς και να υπερασπιστεί τη σύνθεση αυτού που προσλαμβάνει
από αυτή τη διαδικασία.
Παράδειγμα 3ο: αν και από πάγια άποψη και αντίληψη απορρίπτουμε τη
μετάπτωση του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου σε διεκδικήσεις στις αίθουσες
των δικαστηρίων, εξωθηθήκαμε στην επιλογή που ακριβώς απορρίπτουμε, δηλαδή
στην υποβολή μήνυσης σε σύμβουλο της δημοτικής αρχής. Στη συνέχεια εκείνος
κατέθεσε αγωγή με την οποία διεκδικεί 50.000€ για την υποτιθέμενη εις βάρος του
συκοφάντηση, στηριζόμενος στο γεγονός ότι ενημερώσαμε μέσω δελτίων τύπου για
το συμβάν με βάση όμως τα πραγματικά γεγονότα, τίποτε περισσότερο, τίποτε
λιγότερο. Το πράγμα είναι απλό. Είναι πάντα δυνατό να αντέξει κανείς την ύβρη και
ως προσβολή και ως δυσφήμηση και ως συκοφάντηση; Εμείς δεν την αντέξαμε αυτή
τη φορά. Όμως όσο αφορά σ’ αυτό τον δημοτικό σύμβουλο, είναι δυνατό η
αυτοτέλειά του από το «προσωπικό φαινόμενο» που αδιακρίτως τελεί σε σύγχυση
περί του πως πραγματώνεται το έργο της δημοτικής αρχής, να επιστρέψει ως
δημοκρατία, διάλογος, επιχειρηματολογία, ευγενής ή έστω ευπρεπής
αντιπαράθεση και κυρίως ως ακούω τον αντίπαλο γιατί μπορεί κάτι να διδαχτώ κι
απ’ αυτόν. Αν μ’ ενδιαφέρει το έργο μου, γιατί αν μ’ ενδιαφέρει ο,τιδήποτε άλλο…
Παράδειγμα 4ο: Υπερψηφίσαμε στο δημοτικό συμβούλιο τη σύναψη
προγραμματικής σύμβασης μεταξύ Δήμου Πειραιά και Περιφερειακής Ενότητας
Πειραιά με αντικείμενο την ανάπλαση της περιοχής του Αγίου Διονυσίου, που το
χρηματοδοτεί με το ποσό των 15.000.000€ η Περιφερειακή Ενότητα Πειραιά. Δύο
προηγούμενες φορές, όταν το θέμα είχε πάλι συζητηθεί στο δημοτικό συμβούλιο
και ακόμα φορέας υλοποίησής του εφέρετο ο Δήμος Πειραιά, είχαμε κρατήσει
επιφύλαξη λέγοντας ότι αυτή σχετίζεται με τη διαδικασία και τον χρόνο ωρίμανσης
του έργου από την πλευρά της δημοτικής αρχής, κατά πόσο δηλαδή αυτό «θα
τρέξει» με επάρκεια, καθώς επίσης και να το αξιολογήσουμε περαιτέρω στις
λεπτομέρειες των προτεινόμενων αναπλάσεων που όριζε. Μόνο λοιπόν επειδή σ’
αυτή την τελευταία φάση τοποθετηθήκαμε θετικά υπέρ της Περιφέρειας και
κρατήσαμε επιφύλαξη σε προηγούμενες φάσεις -παραπάνω παραθέσαμε τους
λόγους-, ο Δήμαρχος μας εγκάλεσε με τον πιο άστοχο πολιτικά τρόπο, δηλαδή
διανθισμένο με εξαιρετικά μεγάλη αγένεια και απαράδεκτη απρέπεια, ότι τον
στοχοποιούμε προσωπικά και για αυτό συμφωνούμε με την επιλογή «περιφέρεια»
και όχι την επιλογή «δήμος», ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή ότι ασκούμε στείρα
αντιπολιτευτική κριτική που αποτελεί απροκάλυπτη εναντίωση στον ίδιο. Όμως,
από τη λεκτική και μόνο διατύπωση της άποψής μας, δηλαδή κάνοντας ερμηνεία
απλώς ορθολογική, ήταν ολοφάνερο ότι η συγκεκριμένη τοποθέτησή μας πήγαζε
και κάθε φορά πηγάζει από αυτό που αναδείξαμε και επανειλημμένα έχουμε
αναδείξει ως υστέρηση της δημοτικής αρχής στην παραγωγή έργου, ακόμα και στην
αντίξοη και δύσκολη συγκυρία που βιώνει η χώρα, πράγμα που αναγνωρίζουμε εκ
προοιμίου. Εκτιμάμε τη στάση του Δημάρχου ως μία στάση σχεδόν μανιχαϊστική,

στο πλαίσιο του απόλυτου δίπολου καλού-κακού, με έναν ιδιότυπο βεβαίως τρόπο,
δηλαδή οποιοσδήποτε ή περίπου οποιοσδήποτε του ασκεί κριτική είναι χειρότερος
από τον ίδιο ακριβώς επειδή του ασκεί κριτική όχι από το περιεχόμενο της κριτικής.
Δεν είναι πολύ προσωποκρατικό όλο αυτό; Μπορεί όμως ένα δήμαρχος να
σκέφτεται με διαφορετικό τρόπο γιατί είναι υπαρκτή η εκτενέστατη γκάμα εκδοχών
για να αναλύεις τις ανάγκες και τα προβλήματα και να διερευνάς τις πιθανές λύσεις
τους και αν επιλέγεις αυτή τη συνθήκη δεν βλέπεις στην κριτική το «κακό» ή το
«ενάντιο» αλλά ότι η σύγκρουση ή η σύνθεση των επιχειρημάτων οδηγούν σε
ασφαλέστερα για τις επιλογές συμπεράσματα.
Τα παραπάνω είναι μόνο μερικά εναύσματα του τελευταίου καιρού για να κηρυχτεί
ο πόλεμος μεταξύ μας, του Δημάρχου με το Λιμάνι της Αγωνίας. Ο Δήμαρχος τον
κήρυξε, όχι εμείς. Επειδή αντιδράσαμε στα παραπάνω και σε άλλα πολλά, επειδή
του προτείνουμε διαφορετικές προσεγγίσεις που εν τέλει ο ίδιος θα καρπωθεί και …
θαυμάσια, καθόλου δεν μας αποτρέπει αυτό από το να τηρήσουμε τέτοια στάση.
Αλλά, εν μέσω κηρυγμένου πολέμου, το τοπικό ζήτημα υπονομεύεται. Η συζήτηση
διεξάγεται ανάμεσα σε στείρες αμφισβητήσεις, ασυλλόγιστες ταυτίσεις,
απρόκλητες ύβρεις, ανενδοίαστες επιθέσεις ότι εμείς πρέπει να ντρεπόμαστε που
ασκούμε κριτική -λες και ο Δήμαρχος ή ο καθένας μας δεν υπόκειται διαρκώς σ’
αυτήν εκ των πραγμάτων-, με αποκορύφωμα την περίπου απαίτηση να συναινούμε
σε κάθε πρόταση της δημοτικής αρχής γιατί αλλιώς είμαστε ή «κυβερνητικοί» ή
«προκατειλημμένοι» ή «απηρχαιωμένοι» ή «λαϊκιστές» ή «ψεύτες» ή περίπου
ηλίθιοι. Επιπλέον, έχουμε τέτοιου βαθμού αμετροέπεια που δεν «ξέρουμε να το
βουλώνουμε»…
Κάπως έτσι πάει περίπατο εξακολουθητικά η δημοκρατία που θεσμικά οργανώνεται
από πάνω προς τα κάτω, μέσω του διαλόγου για τα προβλήματα της τοπικής
κοινωνίας. Δηλαδή, οι ουσιώδεις πολιτικές αρχές μέσα από τις οποίες γεννήθηκε η
τοπική αυτοδιοίκηση, τα πρωτογενή, βασικά υλικά για να λειτουργήσει ο
αυτοδιοικητικός θεσμός ή έστω η συζήτηση της ημερήσιας διάταξης στο δημοτικό
συμβούλιο. Ελάχιστες πια είναι οι φορές που φεύγουμε από τις συνεδριάσεις του
δημοτικού συμβουλίου, αισθανόμενοι ότι συμβάλαμε σ’ αυτό για το οποίο
εκλεχτήκαμε: να βελτιστοποιήσουμε τις συνθήκες διαβίωσης της τοπικής κοινωνίας,
έστω από την πλευρά της μειοψηφίας. Γιατί, το ομολογούμε το «κουσούρι» μας,
δεν περιμένουμε να εκλεγούμε πρώτοι για να παίξουμε αυτό το ρόλο. Το κάναμε
και το κάνουμε ως μειοψηφία, προσπαθώντας να λειτουργούμε με τη μεγαλύτερη
αυτοτέλεια από τα «προσωπικά μας φαινόμενα».

*άρθρο γνώμης της Βάνας Μελά, δημοτική σύμβουλος Πειραιά με «το Λιμάνι της
Αγωνίας – Πειραιάς η πόλη μας».

Δεν υπάρχουν σχόλια: